About

About
bbr Rock & Metal Music Portal

ARTICLES

Recent

Facebook Twitter Google Plus RSS Pinterest YouTube
Navigation

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο πρίγκιπας του ελληνικού rock.

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο πρίγκιπας του ελληνικού rock.| Παύλος Σιδηρόπουλος Ο πρίγκιπας του ελληνικού rock 7 Ιουλίου του 1948 - 6 Δεκεμβρίου 1990 Ενας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους και "πρωτεργάτες" του ελληνόφωνου ροκ

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ο πρίγκιπας του ελληνικού rock.


Παύλος Σιδηρόπουλος 


Ο πρίγκιπας του ελληνικού rock
7 Ιουλίου του 1948 - 6 Δεκεμβρίου 1990

Ενας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους και "πρωτεργάτες" του ελληνόφωνου ροκ




παύλος σιδηρόπουλος
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα. Ήταν γιός του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου και της Ιωάννας (Τζένης) Σιδηροπούλου το γένος Αλεξίου.

Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι εκ Ρωσίας, αστοί, που ζούσαν από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1918 στο Σοχούμ της Ρωσίας. Από τη Ρωσία οι Σιδηρόπουλοι έφυγαν μετά την επανάσταση του 1917 και το 1923 ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο καπνού.

To 1936 ο παππούς του Παύλου μαζί με τα 6 παιδιά του έφυγαν από το Κιλκίς κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η μητέρα του Παύλου, Ιωάννα (Τζένη),  ήταν εγγονή του Γεωργίου Ζορμπά του γνωστού ως Αλέξη Ζορμπά όπως τον παρουσιάζει στο ομώνυμο έργο του ο Καζαντζάκης.


O Παύλος αμέσως μετά τη γέννησή του στην Αθήνα, επέστρεψε μαζί με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Έμειναν εκεί μέχρι και τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής του. Ζούσαν μαζί με όλη την οικογένεια του παππού του Παύλου στο ιδιόκτητο διώροφο αρχοντόσπιτο του παππού του. Ως παιδί ήταν πολύ ζωηρός, πειραχτήρι και ριψοκίνδυνος στα παιχνίδια του. Ήταν πρόσχαρος, πάντα ευαίσθητος, καλόκαρδος και ως πολύ κοινωνικός έκανε εύκολα φίλους.

παύλος σιδηρόπουλος
Ο Παύλος μαζί με την αδελφή του Μελίνα
Από τα έξι χρόνια του και μετά, αφού έχει γεννηθεί και η αδελφή του Σεμέλη (Μελίνα), η τετραμελής πλέον οικογένεια, παίρνοντας μαζί και την ξαδέρφη του πατέρα του Παύλου, Παρασκευή Παραστατίδου-Λαζαρίδου, φεύγει από τη Θεσσαλονίκη κι όλοι μαζί εγκαθίστανται στην Αθήνα. Το πρώτο σπίτι της οικογένειας στην Αθήνα ήταν στην οδό Βλαβιανού 13 στα Πατήσια. Από το 1970 και μέχρι το 1984, περίοδος που ο Παύλος γίνεται γνωστός στα μουσικά πράγματα της χώρας, η οικογένεια μένει στο σπίτι της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου 50 στην Κυψέλη. Από το 1984 και μέχρι το θάνατό του η οικογένεια μένει στην οδό Φωσκόλου 3 στο Γαλάτσι.

Ο πατέρας του, που είχε κάνει σπουδές στο χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του δημιούργησαν μια μικρή βιομηχανία, την ΕΛΦΩΤ (απασχολούσε 12-15 εργαζόμενους), τη μοναδική ελληνική βιομηχανία η οποία παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί. 


παύλος σιδηρόπουλος Ο Παύλος ως μαθητής φοίτησε σε δημόσιο σχολείο, τελείωσε το 22ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών στην οδό Νικοπόλεως στα Πατήσια και συνέχισε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, από το οποίο και αποφοίτησε το 1966. Ήταν έξυπνος και καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα επιμελής. Στο βιβλίο Η΄Γυμνάσιο-Λύκειο - Εκπαιδευτήρια Μ.Κ.ΝΟΜΙΚΟΣ 1911-2000 Ιστορικό οδοιπορικό [Αθήνα, 2003], γράφουν για τον Παύλο: «Σαν μαθητής, χάρη στην άμεση αντίληψή του, είχε καλές επιδόσεις». Παρ’ όλα αυτά δεν έδωσε αμέσως εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα, «πέρασε εύκολα στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

Τις σπουδές του στο Μαθηματικό δεν τις ολοκλήρωσε, έφτασε μέχρι το 3ο έτος σπουδών και διέκοψε μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, και το ταλέντο του στη μουσική τον είχαν οριστικά κατακτήσει. Ως παιδί, δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το είχε θελήσει ο πατέρας του. «Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του. 

Δάμων και Φιντίας
Από τα εφηβικά του χρόνια, άκουγε πολύ μουσική και του άρεσε να χορεύει. Το ροκ εν ρολ, που είχε αρχίσει τότε να ακούγεται, έγινε η μουσική που τον αντιπροσώπευε. Μουσικές σπουδές έκανε πολύ αργότερα, αφού είχε ξεκινήσει τη μουσική του σταδιοδρομία και είχε ήδη γίνει γνωστός με το ντουέτο Δάμων και Φιντίας. Πριν το 1975 και για μικρό σχετικά διάστημα, όσο ο ίδιος έκρινε ότι του χρειαζόταν, σπούδασε ένα χρόνο σολφέζ, αρμονία και αντίστιξη με το μουσικό και δάσκαλο Αλέξανδρο Αινειάν. Για περιορισμένο επίσης διάστημα, πήρε μαθήματα και από τον μουσικό Ιωάννη Ιωαννίδη, ενώ με ενθουσιασμό μιλούσε για τον συνθέτη Στέφανο Βασιλειάδη, στενό συνεργάτη του Γιάννη Χρήστου, τον οποίο θεωρούσε δάσκαλό του επειδή τον μύησε κάποια στιγμή στην ηλεκτροακουστική μουσική. Τη στρατιωτική του θητεία δεν την έκανε. Ο ίδιος λέει γι’ αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμησι μήνα Τρίπολη, είκοσι μέρες 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ παίρνω τρελλόχαρτο».




Μουσική σταδιοδρομία


Στη Θεσσαλονίκη, ο Σιδηρόπουλος, νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Χαρακτηριστική για το ξεκίνημά του είναι η μαρτυρία του τότε συγκάτοικού του, τραγουδοποιού Βαγγέλη Γερμανού.

Δάμων και Φιντίας
Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του το 1982. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά -blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας, κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν για τη Lyra τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους». 

Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates- στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους «Απογοήτευση» και «Ο Γέρο-Μαθιός». Το πρώτο περιλαμβανόταν στον κυρίως δίσκο, ενώ το δεύτερο αποτελούσε τη μία όψη ενός μικρού δίσκου 45 στροφών που συνόδευε τις πρώτες παρτίδες της έκδοσης (στην άλλη όψη του δίσκου αυτού υπήρχε η εξελληνισμένη από τον Τάσο Φαληρέα εκδοχή του 'The Road Ladies' του Frank Zappa, με το Δημήτρη Πουλικάκο και τους Εξαδάκτυλος). 



Μπουρμπούλια


Το 1972 οι Δάμων και Φιντίας συνεργάστηκαν με το Νίκο Τσιλογιάννη (τύμπανα) και το Βασίλη Ντάλλα (μπάσο, κιθάρα) από τα Μπουρμπούλια, διατηρώντας το ίδιο όνομα στη νέα ροκ μπάντα που δημιούργησαν. Από την Zodiac της Lyra, κυκλοφόρησαν ένα μικρό δίσκο με τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση», σε μουσική του Δεληγιαννίδη και -στο ένα- στίχους του Σιδηρόπουλου. 

Μπουρμπούλια
Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ. Γι'αυτό το υλικό, είχε μιλήσει ο Παύλος, το Φλεβάρη του 1973: «Όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία. Είναι «Το ξέρεις θα ’μαι μακριά» βασισμένο στη μακεδονίτικη μουσική, «Ο Καμπούρης», που αποτελείται από δύο μέρη, το ένα από τα οποία είναι βασισμένο σε στοιχεία της προοδευτικής τζαζ και «Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου», πάνω σε στοιχεία δημοτικά και προκλασικά». [συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Φαντάζιο]. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες του Παύλου, υπήρχαν και τα κομμάτια «Η ερημική χώρα» και το δημοτικό αφιέρωμα «Στην Ελευθερία». Το τελευταίο, μαζί με το τραγούδι «Ο Καμπούρης», είχαν κινηματογραφηθεί για τη μοναδική μουσική τηλεοπτική εκπομπή της εποχής, Δισκοθήκη για νεολαία του Νίκου Μαστοράκη, αλλά δεν προβλήθηκαν ποτέ εξ αιτίας της λογοκρισίας του χουντικού καθεστώτος. 

Γενικότερα ως ήχος, τα Μπουρμπούλια, στη μετασαββοπουλική συγκεκριμένη φάση τους, εξέφραζαν μια τάση παντρέματος της ροκ με την παραδοσιακή μουσική και τον ελληνικό στίχο. Διαλύονται στις αρχές του 1974, αφού από τις τάξεις τους πέρασαν και πολλοί άλλοι μουσικοί (Άρης Τασούλης, Νίκος Πολίτης, Γιάννης Σπυρόπουλος, Γιώργος Κουβαράς).


Συνεργασία με το Γιάννη Μαρκόπουλο


Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του '90 -στην τελευταία συνέντευξή του, στον Δημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. 

Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Συμμετείχε σε τρεις δίσκους του Γιάννη Μαρκόπουλου:
- «Θεσσαλικός Κύκλος» (1974, ΕΜΙ), με τα τραγούδια «Εισαγωγή - Τελάλης», «Το τηλέφωνο» (μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου), «Η Βασίλω» και «Το Γράμμα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά).

Παύλος Σιδηρόπουλος

- «Ανεξάρτητα» (1975, ΕΜΙ), με το σκωπτικό τραγούδι «Τούμπου Τούμπου Ζα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά) και

- «Οροπέδιο» (1976, ΕΜΙ), όπου ερμήνευσε το «Δεν Ήρθα σαν Ξένος» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού (με τη συμβολή του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα των Socrates).

Στις 4 & 6 Οκτωβρίου του 1976, ο Παύλος συμμετείχε στις συναυλίες του Μαρκόπουλου στο Ηρώδειο, οι οποίες ηχογραφούνται -αλλά θα μείνουν στο ράφι για δύο δεκατίες και πλέον, μέχρι το 1990 που κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Η Συναυλία στο Ηρώδειο». Με τις συναυλίες αυτές ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος συνεργασίας του Σιδηρόπουλου με το Μαρκόπουλο. Στα τέλη του 1986, ο Παύλος συνεργάζεται ξανά με το συνθέτη για το δίσκο «Τολμηρή Επικοινωνία», όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Μάθε το Ζήτω», «Ώρα Μηδέν» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), «Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ» (μαζί με το συνθέτη), «Ηλεκτρικός Θησέας» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), ενώ απαγγέλει και τα ποιήματα «Γραμμή ανοιχτή» του Δημήτρη Βάρου και «Σκηνή της αφίξεως στη Γένοβα» του Γιώργου Χρονά.

Για την περίοδο εκείνη και τη συνεργασία αυτή, ο Παύλος εξηγούσε -το Μάιο του 1979: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. (...) στην αρχή μπήκα ασυνείδητα στο χώρο του Μαρκόπουλου, αλλά στην πορεία επάνω μπήκα συνειδητά. Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» [συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18]. Η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και ενώ είχε πρόταση να συνεχίσει, μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού, ο Παύλος αρνήθηκε, επιστρέφοντας οριστικά και αμετάκλητα στον αυθεντικό ροκ ήχο και ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό. Η χρονική περίοδος αυτή ταυτίζεται με το δημιουργικό διάστημα κατά το οποίο ο Σιδηρόπουλος έγραψε τους στίχους και τη μουσική του πρώτου μεγάλου δίσκου του, «Φλου».


Σπυριδούλα


Στα τέλη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο «Φλου», γνωρίζεται με τους Σπυριδούλα, οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα -είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς Σπυρόπουλους, Βασίλη και Νίκο, αλλά μέσω των συχνών ζωντανών εμφανίσεων είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή.

Σπυριδούλα
 Μέσα στο 1978, Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα δίνουν μαζί συναυλίες, με τον Παύλο αρχικά να συμμετέχει σε διασκευές τραγουδιών (κυρίως των Rolling Stones). 

Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ύστερα από ανακατατάξεις στο ανθρώπινο δυναμικό, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και τα κρουστά, Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με το Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τόλης Μαστρόκαλος στο μπάσο και ο Ανδρέας Μουζακίτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τάσο Φωτοδήμο). 

Το γκρούπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (EMI Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θόδωρο Σαραντή, ενώ ο Μάνος Ξυδούς αναλαμβάνει το συντονισμό. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται μέσα στο 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το Μάιο του '79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημήτρης Πολύτιμος, Νίκος Πολίτης, Γιώργος Μαγκλάρας κ.α.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δήμητρα Γαλάνη. 

Μετά από λίγους μήνες -και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου- η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους που έπαιξαν ρόλο σ'αυτό, εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].


Εταιρεία Καλλιτεχνών


Το καλοκαίρι του 1979, ο Σιδηρόπουλος έχει μείνει χωρίς συγκρότημα, αλλά δεν χάνει τον ενθουσιασμό του. Παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τον Θόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα ’70s), τζαμάροντας στο σπίτι του τελευταίου, οπότε και αποφασίζουν να δημιουργήσουν σχήμα. Στη σύνθεση προστίθενται ο επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας (ρυθμική κιθάρα) και ο Τζίμης Τζιμόπουλος (τύμπανα). 

Εταιρεία Καλλιτεχνών
Ο τελευταίος προτείνει να ονομαστεί το γκρουπ Art Associations και ο Σιδηρόπουλος συμφωνεί, αλλά με το όνομα να αναγράφεται στα ελληνικά και ...εγένετο Εταιρεία Καλλιτεχνών. Έπαιζαν ροκ εν ρολ της δεκαετίας 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία αν και σχεδίαζαν να δισκογραφήσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ.  Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να ‘μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ». 

Όμως, αυτά τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα φάνηκαν τελικά ισχυρότερα και η Εταιρεία Καλλιτεχνών διαλύθηκε μετά από μια βραχύβια παρουσία, αφήνοντας πίσω της όλες κι όλες τέσσερις ηχογραφήσεις, διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, οι οποίες παρέμεναν ανέκδοτες μέχρι πρότινος, στο αρχείο του Παπαντίνα. Πρόκειται για τα τραγούδια 'You really got me' των Kinks, 'So you want to be a rock'n'roll star' των Byrds, 'We gotta get out of this place' των Barry Mann & Cynthia Weil (γνωστό από τους Animals) και το 'As I went out one morning' του Bob Dylan, ηχογραφημένα όλα ζωντανά στο αθηναϊκό club Skylab τον Οκτώβρη του '79. 

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους Sharp Ties. Κάπου εκεί -και πριν τη δημιουργία των Απροσάρμοστων- τοποθετείται χρονικά η δημιουργία ενός βραχύβιου σχήματος που ονομαζόταν Μουρμούρα και το οποίο αποτελούσαν παλιοί γνώριμοι (Σιδηρόπουλος, Ντάλλας, Τζιμόπουλος), ο Πιερ Χωρέμης και ο Νίκος Γιαννάτος. Θυμάται σχετικά ο Γιαννάτος: «Η Μουρμούρα έπαιξε ένα καλοκαίρι στον Φλοίσβο στο Φάληρο κι έκανε μερικές σποραδικές εμφανίσεις εδώ κι εκεί. Απ' ότι έλεγαν ο Παπαντίνας και ο Μαστρόκαλος που μας είχαν ακούσει, παίζαμε καλά. Μετά ήρθε πάλι η πρέζα, το γκρούπ διαλύθηκε και ο Παύλος έβγαλε το δίσκο Εν Λευκώ» [συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη, περιοδικό Οδός Πανός, Μάιος 2011]


Απροσάρμοστοι



Απροσάρμοστοι
Αρχές του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ'αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980]. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες... παιδικές ευτυχίες…». 

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την άνοιξη του '82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους Απροσάρμοστους. Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκώ» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί» [συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4].

Το συγκρότημα Απροσάρμοστοι αποτελούσαν οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ηλεκτρική κιθάρα), Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα) -αν και στο «Εν Λευκώ» τύμπανα έπαιξε ο Άκης Σημηριώτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μάρτιο του '82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1985) κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις -ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Παύλος Σιδηρόπουλος
Οι Απροσάρμοστοι χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τέλη του '82 και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που τόσο του άρεσαν, με τους BUM (Blue United Musicians), στο Ροντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin' Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα. Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου 'λεγε ότι "στα λέω γιατί μπορεί να 'ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε"... [...] Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το 'θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα'κει.» [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981]

Ο Σιδηρόπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι Απροσάρμοστοι «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ' αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά όμως, οι Απροσάρμοστοι τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπύρος Σούκης και μόνιμα ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα.

Παύλος Σιδηρόπουλος
Τον Απρίλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Πλέον, Παύλος Σιδηρόπουλος + Απροσάρμοστοι = (αλλάξανε) Zorba the Freak. Ο Δημήτρης Πουλικάκος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεϊστικο κλίμα -μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Δήμης Παπαχρήστου (1953 – 2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημήτρης Πολύτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Πέτρος Σκούταρης των Sharp Ties κ.α. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R'Ν'R στο κρεβάτι», «Άντε και καλή τύχη μάγκες», «Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοήτευση», «Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά -στο blues κομμάτι «Clown».

Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια πολλές συναυλίες -σε ιστορικά κλαμπ (Αν, Ροντέο, Cinema, Μετρό, Κύτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στη Μπιενάλε της Βαρκελώνης. Μια από αυτές τις συναυλίες -το Φλεβάρη του 1989 στη μουσική σκηνή Μετρό- αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρίς Μακιγιάζ» (ΜΒΙ, 1989), η οποία αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για το Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο. Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρ'ότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου, Πάνος Ηλιόπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας Η Πόρτα Που Ανοίγει, ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.


Ευρύτερη Καλλιτεχνική Δραστηριότητα



Ως Ηθοποιός
Στην τελευταία συνέντευξή του -στο Δημήτρη Δημητράκα, στο Rock FM- ο Σιδηρόπουλος με σαρκασμό ομολογεί ότι κάποια περίοδο θέλησε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η συμμετοχή του στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο ασυμβίβαστος», τον είχε δελεάσει.

Παύλος Σιδηρόπουλος
Οι πρώτες του εμφανίσεις ως ηθοποιός έγιναν την εποχή του Μαρκόπουλου, όπου τραγουδώντας στο πάλκο, ζωντάνευε θεατρικά, ευρηματικά και με χιούμορ το περιεχόμενο των τραγουδιών. Ο Μαρκόπουλος εκείνη την εποχή είχε γράψει και τη μουσική στο παιδικό έργο «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου, ένα πρωτότυπο κουκλοθέατρο από ντενεκεδάκια. Η Φακίνου, το 1977, όταν ανέβασε στο θέατρο Κάβα το έργο της Στο Κουρδιστάν σε μουσική Χρήστου Λεοντή, χρειάστηκε έναν ηθοποιό. Ο Μαρκόπουλος της πρότεινε τον Παύλο και τους έφερε σε επαφή. Συνεργάστηκαν στις παραστάσεις του συγκεκριμένου έργου με τον Παύλο να υποδύεται τον «Μπουλντόζα». 

Από τις παραστάσεις εκείνες δεν υπάρχει καμία ηχογράφηση, ούτε φωτογραφία. 



Παύλος Σιδηρόπουλος
Το 1977 ο Αντρέας Θωμόπουλος, γνωστός ήδη στους αντεργκράουντ μουσικούς και κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής από το φιλμ «Αλδεβαράν» του 1976, γράφει το σενάριο της επόμενης ταινίας του με τελικό τίτλο Ο Ασυμβίβαστος.  Στην ταινία περιέχονται και τα τραγούδια «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα» «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω» σε στίχους και μουσική του Αντρέα Θωμόπουλου καθώς και το τραγούδι «Κάποτε θά ‘ρθουν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1977 με πρωταγωνιστή τον Σιδηρόπουλο, ο οποίος και ερμηνεύει τα τραγούδια της ταινίας (το Τι να σου πω ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Θεοδωράκη). Ο Σιδηρόπουλος θα πει σχετικά: «Με πήρε μια μέρα ο Αντρέας τηλέφωνο και μου λέει: Έχω γράψει ένα έργο για πάρτη σου, μοιάζει πολύ με τη ζωή σου. Το βρήκα λίγο μελό είναι η αλήθεια, αλλά ο Αντρέας μου είπε ότι στο δρόμο θα αλλάξει θα το κάνουμε πιο πειστικό και πιο ανθρώπινο, αλλά δεν έγινε. Το έκανα με μαύρη καρδιά είναι η αλήθεια»

Είναι σχεδόν σίγουρο πως με την παραπάνω μαρτυρία του, ο Παύλος αναφερόταν στην αναπροσαρμογή του σεναρίου της ταινίας πάνω στον χαρακτήρα του και την ιδιοσυγκρασία του από τον σκηνοθέτη. 

Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Σε ότι αφορά το Κάποτε θα ‘ρθουν, από την, μόλις πέντε λεπτών, συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος θα εμπνευστεί για το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, Εν αρχή ην ο λόγος.

Ο Παύλος εμφανίστηκε και στην τηλεόραση ως ηθοποιός, το 1982, στο σήριαλ Οικογένεια Ζαρντή που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ-1 ο Κώστας Φέρρης. Παρόλο που ο Παύλος δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, η τέχνη της υποκριτικής τον είχε κερδίσει τόσο, ώστε, στην προσπάθειά του να την κατανοήσει, έφτασε ν' αναλύσει σε βάθος ακόμα και τον τρόπο διδασκαλίας της.


Ως συγγραφέας

Παύλος Σιδηρόπουλος

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. 

Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα.

Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ&Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του.


Το τέλος


Παύλος Σιδηρόπουλος

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. 

Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης, τελικά δεν θα τα καταφέρει. 

Παύλος Σιδηρόπουλος
Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.

Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. 

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη. Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.






Μελίνα Σιδηροπούλου
επιμέλεια: Αντώνης Μποσκοΐτης

Share
Banner

bbr Rock & Metal Music Portal

bbr Rock and Metal Music Portal | WebZine - WebRadio est. 2010 | bbrweb.com ...Music is in our blood...

Leave A Comment: